Γρηγόρης Αυξεντίου, ο σταυραετός του Μαχαιρά.

Γεννήθηκε στο χωριό Λύση Αμμοχώστου στις 22 Φεβρουαρίου 1928.

Με την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο μετέβη στην Ελλάδα για να σπουδάσει στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.

Μπήκε τελικά στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών και παράλληλα μελετούσε για να εγγραφεί στη Φιλοσοφική.

Υπηρέτησε στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα ως Ανθυπολοχαγός πεζικού και μετά επέστρεψε στην Κύπρο, όπου εργάστηκε ως οδηγός ταξί.

Στις 20 Ιανουαρίου 1955 έγινε η πρώτη συνάντηση του Αυξεντίου με τον Γεώργιο Διγενή - Γρίβα, που ήταν αρχηγός της Ε.Ο.Κ.Α.

(Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών)

και μπήκε στον αγώνα κατά των Άγγλων.

Την άνοιξη του ιδίου χρόνου συμμετείχε στις επιθέσεις κατά της Ηλεκτρικής Εταιρείας και του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Λευκωσίας.

Πολύ γρήγορα διακρίθηκε για τις ηγετικές του ικανότητες και του δόθηκε η θέση του υπαρχηγού της Ε.Ο.Κ.Α, της μεγαλύτερης απελευθερωτικής οργάνωσης στο νησί, με κύριο στόχο την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.

Κατά τη διάρκεια της σύντομης αντιστασιακής του δράσης έλαβε τα ψευδώνυμα

«Ζήδρος»,

«Ρήγας»,

«Αίαντας»,

«Άρης»,

«Μάστρος»

και «Ζώτος».

Οι Άγγλοι κατακτητές έκαναν πολλές προσπάθειες για να τον συλλάβουν και τον επικήρυξαν με 5.000 λίρες.

Ο Αυξεντίου πάντα τους ξέφευγε και ποτέ δεν έχασε το κουράγιο του.

Μια φορά μεταμφιέστηκε σε καλόγερο και κέρασε τους άγγλους διώκτες του χωρίς να τον αναγνωρίσουν.

Στις 10 Ιουνίου του 1955 βρήκε την ευκαιρία να παντρευτεί την αγαπημένη του Βασιλική στο μοναστήρι του Αχειροποιήτου.

Την 1η Μαρτίου του 1957, οι Άγγλοι ξαναεισβάλλουν στο μοναστήρι του Μαχαιρά.

Υποβάλουν σ’ εξαντλητική ανάκριση, τον βοσκό της Μονής ο οποίος τελικά ομολογεί ότι ο Αυξεντίου βρισκόταν σε ένα κρησφύγετο ένα χιλιόμετρο παραπέρα από την Μονή.

Αμέσως, απόσπασμα από 60 στρατιώτες περικύκλωσε το κρησφύγετο καλώντας τον Αυξεντίου να παραδοθεί.

Οι τέσσερις συναγωνιστές του, κατόπιν διαταγής από τον ίδιο, βγήκαν έξω, όχι όμως εκείνος.

Ο Μίντλετον τον κάλεσε να παραδοθεί, αλλά έλαβε την υπερήφανη απάντηση.

«Μολών λαβέ».

Τότε, τέσσερις Άγγλοι στρατιώτες, όρμησαν μέσα στην σπηλιά.

Ο Αυξεντίου τους υποδέχτηκε με καταιγιστικά πυρά.

Οι τρεις Βρετανοί οπισθοχώρησαν έντρομοι, ενώ ο τέταρτος έπεσε νεκρός.

Σύμφωνα με μαρτυρία του συμπολεμιστή του, Αυγουστή Ευσταθίου, που μετά τη ρίψη χειροβομβίδας στο κρησφύγετο αναγκάστηκε από τους Άγγλους να επιστρέψει στο κρησφύγετο, για να δει αν ο Αυξεντίου ήταν ζωντανός και να τον πείσει να παραδοθεί, προτίμησε να μείνει μαζί του.

«Τώρα είμαστε δύο.

Ελάτε να μας πάρετε»,

φώναξε ο Γρηγόρης και η μάχη συνεχίστηκε ως το απόγευμα.

Οι δυο αγωνιστές προσπαθούσαν να κρατήσουν τη μάχη μέχρι να νυχτώσει για να διαφύγουν.

Οι Άγγλοι στρατιώτες, που αντιλήφθηκαν τον σκοπό τους ζήτησαν ενισχύσεις, οι οποίες κατέφθασαν με ελικόπτερα.

Η μάχη συνεχίσθηκε για 10 ώρες, χωρίς αποτέλεσμα.

Μπροστά στο αλύγιστο θάρρος του Αυξεντίου και αφού χρησιμοποίησαν όλων των ειδών τα όπλα, οι Βρετανοί έριξαν στο κρησφύγετο εμπρηστικές βόμβες.

Οι τεράστιες φλόγες κάλυψαν το κρησφύγετο και έκαψαν ζωντανό τον Αυξεντίου.

Η μάχη τελείωσε στις 2 τα ξημερώματα της 3ης Μαρτίου 1957.

Το πτώμα του 29χρονου Αυξεντίου βρέθηκε απανθρακωμένο και τάφηκε την επομένη στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας για να αποφευχθούν λαϊκές εξεγέρσεις.

Στο χώρο που είναι γνωστός σήμερα ως,

«Τα Φυλακισμένα Μνήματα».

Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν.

«Tο καρβουνιασμένο πτώμα του αναγνώρισε πρώτος ο πατέρας του στο στρατιωτικό νοσοκομείο Λευκωσίας.

«Απ’ τις χοντρές ελληνικές κοκκάλες του»,

όπως είπε,

«κι από κείνο το χρυσό κωσταντινάτο που άχνιζε στον κόρφο του».

Βγήκε από το νεκροτομείο χαμογελώντας.

Όταν ρωτήθηκε από τους δικούς του γιατί χαμογελούσε, κι αν τελικά δεν είναι ο Γρηγόρης, αυτός απάντησε με περηφάνια:

«Ναι, ο Γρηγόρης είναι, αλλά να μην μας δούνε αυτά τα σκυλιά να κλαίμε»

και αφού απομακρύνθηκε λίγο, έβαλε τα κλάματα.

Η μάνα του όταν πληροφορήθηκε το θάνατο του γιου της, είπε.

«Είμαι περήφανη για τον γιο μου.

Κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη, παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου».

Ο Αυγουστής διηγείται:

«Ενα υγρό άρχισε να κατακλύζει το κρησφύγετο.

"Είναι βενζίνα Μάστρε μου", του είπα.

"Θα μας κάψουν ζωντανούς".

Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου και τρεις εμπρηστικές βόμβες μετέβαλαν το κρησφύγετο σε φλεγόμενο καμίνι.

Βρισκόμουν στην είσοδο του κρησφύγετου γονατιστός.

Οι φλόγες κάλυψαν τα μαλλιά μου και το δεξί μέρος του προσώπου μου.

Ο μάστρος βρισκόταν στο βάθος του κρησφύγετου, ανάμεσα στις φλόγες που τον είχαν ζωσμένο από παντού.

Η όψη του ήταν ήρεμη και γαλήνια.

Με το ίδιο ατάραχο και αποφασιστικό ύψος και με πολλή στοργή και αγάπη, μόλις τον κοίταξα τρομαγμένος άκουσα από το στόμα του τα τελευταία λόγια που δεν ήταν άλλα από την τόσο αγαπημένη από μένα φράση, που πάντοτε υπήρξε για μένα κουράγιο και έμπνευση.

«Μη φοβάσαι Ματρόζο, μη φοβάσαι».

Μέσα σ’ εκείνη την κόλαση ο Ευσταθίου βγήκε από το σπήλαιο ενώ οι Άγγλοι με μανία ρωτούσαν που είναι ο Αυξέντιου, αναγκάζοντας τον να μπει στο κρησφύγετο για να τον ανασύρει νεκρό.

Όταν μπαίνει ο Αυγουστής στο κρησφύγετο, αντικρίζει τον νεκρό «μάστρο του» όπως αφηγείται ο ίδιος:

«Ο θρυλικός Γρηγόρης Αυξεντίου, ο αγαπημένος μας Μάστρος ήταν νεκρός ξαπλωμένος ανάσκελα.

Το αριστερό του χέρι ήταν υψωμένο και από τη μέση και πάνω είχε γίνει κάρβουνο.

Το άλλο σώμα καιγόταν.

Ήταν τόσο ζεστό που κάηκα μόλις τον άγγιξα.

Οι στρατιώτες μου φώναζαν να τον σύρω έξω.

Δεν με πίστευαν όταν τους έλεγα πως είναι νεκρός».

Σήμερα, το ηρωικό κρησφύγετο, ο τόπος της θυσίας, στην πλαγιά του Μαχαιρά, είναι εκεί μεγαλόπρεπος να θυμίζει στιγμές θυσίας, αυταπάρνησης και ηρωισμού.

Λίγα μέτρα πιο πάνω ένα μεγάλο άγαλμα, στέκεται επιβλητικό,κρατώντας για πάντα «αθάνατο» στις μνήμες όλων, το όνομα του Γρηγόρη Αυξεντίου, του Σταυραετού του Μαχαιρά.