Επιστολές Κυπριανού και Ντεντκτάς στη Θάτσερ για την ΔΕΑ – Διαβάστε τι αποκαλύπτουν τα Βρετανικά αρχεία

Ξεχωριστές αναφορές γίνονται στα αποχαρακτηρισθέντα βρετανικά πρωθυπουργικά αρχεία (1980-83) στο ζήτημα των αγνοουμένων, κυρίως με αναφορές στη λειτουργία και τα προβλήματα της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων.

Πρώτος ο Σπύρος Κυπριανού με επιστολή του προς την Μάργκαρετ Θάτσερ στις 29/3/82 επισήμαινε το πάγωμα της λειτουργίας της Επιτροπής λίγο μετά τη σύστασή της το προηγούμενο έτος. Κατηγορούσε την τουρκοκυπριακή πλευρά για αδιάλλακτη ανασταλτική στάση, παρά την καλή θέληση της κυπριακής κυβέρνησης. Ζητούσε την πολύτιμη βοήθεια του Λονδίνου και τη στήριξή του στις προσπάθειες της Λευκωσίας να αναδείξει το ζήτημα στα αρμόδια διεθνή σώματα και φόρα, με σκοπό να πειστεί η Τουρκία να συνεργαστεί εποικοδομητικά στον εντοπισμό των αγνοουμένων.

Στις 7/4 του ίδιου έτους επιστολή στη Θάτσερ έστειλε και ο Ραούφ Ντενκτάς. Κατηγορούσε την ελληνοκυπριακή πλευρά για προπαγάνδα και για απόρριψη προτάσεων ως προς τη λειτουργία της Επιτροπής. Προέβαινε σε μία μακροσκελέστατη και λεπτομερέστατη εξιστόρηση του κυπριακού προβλήματος από τη δική του οπτική. Συνόδευε την επιστολή με μαρτυρίες βιαιοπραγιών κατά Τουρκοκυπρίων, κυρίως στην Τόχνη, καθώς και παλαιότερη επιστολή (1978) του Κουρτ Βαλντχάιμ, πρώην ΓΓ του ΟΗΕ περί ελληνοκυπριακής κωλυσιεργίας στο θέμα της συνεργασίας για τους αγνοούμενους.

Στις 20/4/82 οι Βρετανοί διπλωμάτες του Φόρεϊν Όφις (Ρίτσαρντς, ιδιαίτερος γραμματέας) σχολίαζαν σε αναφορά προς τη Ντάουνινγκ Στριτ ότι τα προβλήματα στη λειτουργία της Επιτροπής Αγνοουμένων εν μέρει όντως οφείλονταν σε αυτό που ο Πρόεδρος Κυπριανού περιέγραφε ως τουρκοκυπριακή αδιαλλαξία ως προς τη διαδικασία. Από την άλλη πλευρά όμως, ήταν «σαφές» κατά τους Βρετανούς ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά ενδιαφερόταν λιγότερο για την πρακτική αντιμετώπιση του ανθρωπιστικού ζητήματος και περισσότερο για την εκμετάλλευσή του στο μέγιστο για προπαγαναδιστικούς σκοπούς.

Το Φόρεϊν Όφις πρόσθετε ότι συνέφερε το Λονδίνο να προχωρήσει το ζήτημα τόσο για ανθρωπιστικούς λόγους όσο και για να μην αναχαιτίζονται οι διακοινοτικές συνομιλίες.

Στην απάντησή της στον Κυπριανού στις 26/4/82 η Θάτσερ εξέφραζε τη λύπη της για τα διαδικαστικά προβλήματα στη λειτουργία της Επιτροπής Αγνοουμένων. Παρέμενε ωστόσο πεπεισμένη ότι η Επιτροπή ήταν το σωστό όχημα για τη διαχείριση του προβλήματος και συνέστηνε μέγιστη προσπάθεια και από τις δύο πλευρές για πρόοδο σε ανθρωπιστική βάση, χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες γύρω από την Επιτροπή.

Τελευταία αναφορά στο θέμα των αγνοουμένων γίνεται στα έγγραφα από τον Ραούφ Ντενκτάς με νέα επιστολή προς την Θάτσερ στις 28/2/83. Αναφερόταν στο νόμο 69/1978 της κυπριακής κυβέρνησης «περί Χορηγημάτων εις Εξαρτώμενους Πεσόντων και εις Αναπήρους» που κατά την άποψή του αποδείκνυε ότι η αναζήτηση αγνοουμένων από την ελληνοκυπριακή «διοίκηση» ήταν απλά «ένα κόλπο προπαγάνδας».

Τα γεγονότα 1974 διατάραξαν τις σχέσεις Κύπρου-Δύσης

Η βρετανική αξιολόγηση της κατάστασης ασφαλείας της Κύπρου το Δεκέμβριο του 1982, (που περιέχεται στα έγγραφα του πρωθυπουργικού γραφείου από τις αρχές της δεκαετίας του ’80), καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι τα γεγονότα του 1974 που κορυφώθηκαν με την τουρκική «επέμβαση» - όπως αναφέρεται - διατάραξαν τη σχέση της Κύπρου με τη Δύση, συμπεριλαμβανομένης της Βρετανίας, «η οποία κατηγορήθηκε ότι δεν έδρασε αποτελεσματικά για να αποτρέψει τους Τούρκους».

Σημειώνεται ότι η ανάγκη της Κύπρου για διεθνή στήριξη στη θέση της για τουρκική αποχώρηση και επανένωση υπό την κυβέρνηση της Δημοκρατίας ενίσχυε τη θέση υπέρ του Κινήματος των Αδεσμεύτων χωρών. Παράγοντας ενδεχόμενης αποσταθεροποίησης θεωρείτο και η αναμενόμενη στήριξη που θα χρειαζόταν ο Σπύρος Κυπριανού ως πρόεδρος μετά τις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1983 «από τους κομμουνιστές», καθώς το ΑΚΕΛ παρείχε στήριξη στον υποψήφιο.

Τα υπόλοιπα ενδεχόμενα προβλήματα σταθερότητας προέρχονταν από πτυχές του Κυπριακού: η πιθανή συμπλοκή τουρκικών-τουρκοκυπριακών και ελληνικών-ελληνοκυπριακών ενόπλων δυνάμεων στο νησί, η δημόσια δυσαρέσκεια που θα μπορούσε να εκδηλωθεί είτε από την αποτυχία προόδου στη λύση είτε από την ετοιμότητα της κυβέρνησης να «ξεπουλήσει» τα ελληνοκυπριακά συμφέροντα ώστε να επιτύχει μία λύση, η πιθανότητα διένεξης μεταξύ ελληνοκυπριακής δεξιάς και αριστεράς ενόσω μάλιστα υπήρχε παρουσία ποσότητας όπλων στο νησί, η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ του προέδρου Κυπριανού και της ελληνικής κυβέρνησης και η παρουσία ελληνικών δυνάμεων και διοικητών της Εθνοφρουράς.

Στο κεφάλαιο περί απειλών για την ασφάλεια κυβερνητικών πληροφοριών σημειώνεται η πολυάριθμη παρουσία προσωπικού από διπλωματικές αποστολές κομμουνιστικών χωρών και αξιωματικών των υπηρεσιών πληροφοριών των χωρών αυτών, καθώς και η η πηγή στρατολόγησης των τοπικών κομμουνιστικών κομμάτων και η διείσδυσή τους στις Ένοπλες Δυνάμεις, την αστυνομία, τα ΜΜΕ, τις συντεχνίες κτλ.

Γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην πρεσβεία της Σοβιετικής Ένωσης που περιελάμβανε 50 μέλη προσωπικού, εκ των οποίων τα 8 ήταν αναγνωρισμένα και έξι ύποπτοι αξιωματικοί πληροφοριών. Αναλόγως στη Σοβιετική Εμπορική Αποστολή τρία μέλη θεωρούνταν πιθανοί κατάσκοποι.

Σε άλλους οργανισμούς σοβιετικών συμφερόντων υπήρχαν τρεις αναγνωρισμένοι και ένας ύποπτος κατάσκοπος. Από τις υπόλοιπες κομμουνιστικές διπλωματικές αποστολές (Βουλγαρία, Κούβα, Τσεχοσλοβακία, Ανατολική Γερμανία, Ουγγαρία και Πολωνία) εκ των συνολικά 56 μελών προσωπικού, ένας είχε αναγνωριστεί ως κατάσκοπος και υπήρχαν υποψίες για άλλους επτά.

 

AΠΟ: www.newsit.com.cy/default.php?pname=Article&art_id=127641&catid=9