Με την έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για την Υγεία, ο Γενικός Ελεγκτής Οδυσσέας Μιχαηλίδης καρφώνει λειτουργούς του υπουργείου Υγείας για τις τιμές των φαρμάκων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν, και εισηγείται την αναζήτηση ευθυνών.
Για την τελευταία διαμόρφωση των τιμών των φαρμάκων (2 Μαρτίου 2018) ο Γενικός Ελεγκτής αναφέρει ότι η τιμή 618 φαρμάκων αυξήθηκε.
Πιο αναλυτικά, επικαλούμενος ενημερωτικό σημείωμα του υπουργείου Υγείας, αναφέρει πως με την εφαρμογή της νέας τιμολογιακής πολιτικής, η κατά μέσο όρο επί της εκατό μείωση στις λιανικές τιμές των φαρμάκων που επηρεάζονται ανέρχεται σε 10,51% και, από το σύνολο των 5.528 φαρμάκων του τιμοκαταλόγου, τα 2.514 φάρμακα υφίστανται μείωση, 2.396 παραμένουν σταθερά και 618 υφίστανται αύξηση.
Στην έκθεση γίνεται αναφορά σε απάντηση του υπουργού Υγείας, στην οποίαν αναφέρει ότι το ΓεΣΥ θα επιλύσει οριστικά το ζήτημα της διαθεσιμότητας των φαρμάκων στην Κύπρο.
Παρατηρήσαμε, αναφέρεται στην έκθεση, ότι οι σχετικές εισηγήσεις της μελέτης του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας/ LSE, δεν είχαν υιοθετηθεί, ενώ η Ελεγκτική Υπηρεσία είχε προειδοποιήσει πως «εάν δεν λαμβάνονταν οι αποφάσεις και τα μέτρα που εισηγείτο η μελέτη (του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας – ΠΟΥ) πριν την εισαγωγή του ΓεΣΥ,
Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την οριστική διασφάλιση των συμφερόντων των προμηθευτών/ κατασκευαστών, εις βάρος των ασθενών Ο Γενικός Ελεγκτής αναφέρει παράλληλα, πως «όσον αφορά στο θέμα της μη λήψης μέτρων στη βάση των εισηγήσεων της μελέτης (ΠΟΥ), η Ελεγκτική Υπηρεσία πληροφόρησε τον Υπουργό ότι θεωρούσε ότι η ευθύνη βαραίνει πρωτίστως τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες και τους συγκεκριμένους τομείς τους, οι οποίοι είχαν και έχουν την ευθύνη παρακολούθησης της αγοράς και υποβολής εισηγήσεων προς τον εκάστοτε Υπουργό, ενώ προέκυπταν, κατά την άποψή μας, εύλογα ερωτηματικά για τους λόγους για τους οποίους δεν είχαν εντοπιστεί οι σοβαρές αδυναμίες του όλου συστήματος από τους αρμόδιους/ εντεταλμένους προς τούτο λειτουργούς των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών».
«Ενόψει των πιο πάνω, εισηγηθήκαμε όπως ο Υπουργός εξετάσει με προσοχή τα δεδομένα που καταγράψαμε πιο πάνω και να αξιολογήσει τη δυνατότητα αναζήτησης ευθυνών» Υπερτιμημένες αναλύσεις του Ογκολογικού Παράλληλα, όπως διαφάνηκε, συνολικά €5.760.000 κόστισε σε τέσσερα χρόνια (2013-2016) η διενέργεια εργαστηριακών αναλύσεων για το Ογκολογικό Κέντρο της Τράπεζας Κύπρου στον ιδιωτικό τομέα, τη στιγμή που αν διενεργούνταν σε δημόσια νοσοκομεία θα κόστιζαν €1,7 εκατ. ή €427.683 κατ’ έτος.
Μάλιστα, σύμφωνα με επιστολή του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας, για τη διεκπεραίωση των εξετάσεων αυτών δεν απαιτείται η απόκτηση επιπλέον εξοπλισμού από τα κρατικά νοσηλευτήρια.
Αυτός ήταν από τους βασικούς λόγους που οδήγησαν το υπουργείο Υγείας να αναθέσει (από τις 11/1/2018) τη διεξαγωγή των πιο πάνω εξετάσεων στο Μακάρειο και στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας.
Αναφορά στο πιο πάνω θέμα κάνει στην έκθεσή του ο Γενικός Ελεγκτής Οδυσσέας Μιχαηλίδης, ο οποίος αναφέρει επίσης πως το Κέντρο από το 2002 προβαίνει σε αγορά υπηρεσιών κλινικού εργαστηρίου από ιδιωτικό κλινικό εργαστήριο και το 2013 δαπανήθηκαν €1.560.000, το 2014 €1.500.000, το 2015 €1.320.000 και το 2016 €1.380.000.
Το κόστος λειτουργίας του Ογκολογικού Κέντρου ανήλθε το 2016 σε €13.256.500 σε σύγκριση με €12.641.959 κατά το 2015.
Όπως αναφέρει ο Γενικός Ελεγκτής, πέραν της πιο πάνω κρατικής χορηγίας, παραχωρήθηκαν από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες στο Κέντρο φάρμακα, η αξία των οποίων ανήλθε σε €12.030.409 κατά το 2016 σε σύγκριση με €10.289.024 κατά το 2015.
Αναλώσιμα να φαν’ κι οι κότες Στην έκθεση αναφέρεται πως αναλώσιμα συνολικής αξίας €612.825 έληξαν χωρίς να χρησιμοποιηθούν.
Ο Γενικός Ελεγκτής ζήτησε να ενημερωθεί τους λόγους αγοράς και δημιουργίας τόσο μεγάλου αποθέματος αναλωσίμων, καθώς και τους λόγους που αφέθηκαν να λήξουν, χωρίς να χρησιμοποιηθούν, με αποτέλεσμα να ζητείται η έγκριση για καταστροφή τους.
Από αυτά, φάρμακα αξίας €575.560 αφορούσαν αναλώσιμα τα οποία είχαν μεταφερθεί από το παλιό Νοσοκομείο Λευκωσίας, τις Ιατρικές Αποθήκες και το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Εταιρείες τσόνταραν στη διοργάνωση σεμιναρίων Στην έκθεση του Γενικού Ελεγκτή γίνεται αναφορά και στην παρακολούθηση/διοργάνωση ιατρικών συνεδρίων/σεμιναρίων στο εξωτερικό και στο εσωτερικό, επιχορηγημένα από ιδιωτικές εταιρείες, και παρατηρείται πως όταν τερματίστηκε η τακτική της επιχορήγησης και ανέλαβε το κράτος την επιμόρφωση των γιατρών, οι δαπάνες, στον προϋπολογισμό του 2018, ήταν αισθητά αυξημένες σε σχέση με αυτές του 2017 κατά €330.325 (143%) και €206.270 (94%), αντίστοιχα.
Στην έκθεση αναφέρεται πως η Ελεγκτική Υπηρεσία ενημέρωσε του αρμοδίους ότι δεν συμφωνούσε με την καταβολή του κόστους παρακολούθησης ιατρικών συνεδρίων από εταιρείες/οικονομικούς φορείς, οι οποίοι μάλιστα συμμετέχουν σε διαγωνισμούς του Υπουργείου.
Σημειώσαμε, προστίθεται, ότι οι ιατροί που συμμετέχουν στα συνέδρια, ενδεχομένως να διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στους διαγωνισμούς αυτούς, με τη συμμετοχή τους σε επιτροπές ετοιμασίας προδιαγραφών, καθορισμού πρωτοκόλλων, αξιολόγησης προσφορών, παραλαβής προϊόντων κ.λπ.
Παράλληλα, εξέφρασε τη θέση πως η πιο πάνω πρακτική εμπεριέχει αφενός σοβαρούς κινδύνους και, αφετέρου, τίθεται θέμα ασυμβίβαστου.
Τότε ήταν που η Ελεγκτική Υπηρεσία εισηγήθηκε όπως τα έξοδα επιμόρφωσης αναλαμβάνονται από το κράτος και τότε ήταν που εκτοξεύτηκε και το σχετικό κονδύλι επιμόρφωσης.
Ο Γενικός Ελεγκτής υποδεικνύει πως πέραν του κόστους που απαιτείται για τη συμμετοχή στα συνέδρια/σεμινάρια, απαιτούνται και αρκετές ανθρωποημέρες οι οποίες –ενδεχομένως– να επηρεάζουν την ομαλή λειτουργία των δημόσιων νοσηλευτηρίων ή/και την εξυπηρέτηση των ασθενών.
Γίνεται επίσης αναφορά σε εγκύκλιο του Υπουργού με βάση την οποίαν ουσιαστικά η απόφαση για το ποιοι θα συμμετέχουν είχε ο διευθυντής Κλινικής/Τμήματος (αντί κεντρικά) κάτι το οποίο μπορεί να είχε ως αποτέλεσμα η επιλογή των ιατρών να γινόταν ανάλογα με το ποιος ιατρός θα είχε στενότερες επαφές με τον διοργανωτή του σεμιναρίου ώστε να λάβει αυτός την πρόσκληση.

